in Ιστορία
The Greatest Story Ever Told - εν περιλήψει
του Γιώργου Χαρωνίτη
Το παρακάτω κείμενο με τίτλο «Τζαζ με τα τσαρούχια» είναι το βασικό άρθρο / θέμα του τεύχους 25 του περιοδικού Jazz & Τζαζ και αποτελεί μια προσωπική καταγραφή της μεταπολιτευτικής πορείας της τζαζ στη χώρα μας μέσα από βιώματα και δίσκους. Έχουν αφαιρεθεί μόνο μερικές άνευ ουσίας – ίσως και σημασίας – φράσεις που ίσως είχαν κάποια αξία τότε (1995) αλλά δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα σήμερα. Γ.Χ.
Η ιστορία γράφεται με ντοκουμέντα και με μνήμη. Τα ντοκουμέντα υπάρχουν - και αυγαταίνουν. 15 χρόνια ελληνικής jazz (& τζαζ, για να γινόμαστε πιο σαφείς) δισκογραφίας, δίνουν την πλατφόρμα και το outline της υπόθεσης. Η μνήμη, από την άλλη, είναι καθαρά προσωπική υπόθεση, δεν υπακούει σε κανενός είδους αντικειμενικότητες. Όταν προσπαθείς να καταγράφεις και να εξιστορείς διατηρώντας αποστάσεις και ισορροπίες αυτό που προκύπτει είναι απλώς μία διαστρέβλωση...
Λοιπόν, ο πρώτος δίσκος τζαζ βγήκε το φθινόπωρο του 1979, δυο τρεις μήνες μετά αφ' ότου ηχογραφήθηκε. Ο τίτλος του ήταν Sphinx και το εξώφυλλό του ένα από τα πιο μυστήρια - και καλύτερα - της ελληνικής δισκογραφίας (created by Anakreon Kanavakis). Μάρκος Αλεξίου πιάνο, Γιώργος Φιλιππίδης μπάσο, Γιώργος Τρανταλίδης ντραμς. Γεγονός με πολλαπλές ενέργειες και παρενέργειες...
Ο πρώτος δίσκος των Sphinx
Ο δίσκος συμπύκνωνε μία ενέργεια τεσσάρων-πέντε χρόνων. Το επίκεντρο ήταν ο χώρος του θρυλικού τζαζ κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου (αρχική του ονομασία Jazz-Rock). Μεταπολιτευτική υπόθεση - όπως και όλη η τζαζ της πάρτης μας. Άσχετα αν επί δεκαετίες κυκλοφορούσαν φανς, συλλέκτες, μουσικοί κ.λπ. που είχαν σχέση με τη τζαζ, αυτή η μουσική δεν είχε καμιά παράδοση εδώ, κανένα κοινωνικό αντίκρυσμα. Αρχίζει να αποκτά υπόσταση αμέσως μετά την πτώση της χούντας...
Το μαγαζί του Μπαράκου το έμαθα σιγά-σιγά, καθώς η φήμη του κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα. Αγόραζα δίσκους της Impulse, της Blue Note και της Atlantic - 220 ως 280 δραχμές - από το Pop Eleven και το Music Corner. Και στο Μοναστηράκι έβρισκα πράμα. Coltrane, Monk, Coleman, Modern Jazz Quartet, επιλεγμένο τζαζ ροκ...
Ανακοίνωση στο Τζαζ Κλαμπ του Μπαράκου
Στου Μπαράκου πήγαινα και άκουγα δίσκους. Ήσυχα και σεμνά, πίνοντας καμιά μπυρίτσα. Εκεί πρωτάκουσα το "The Gil Evans Orchestra Plays the Music of Jimi Hendrix" - δεκαεφτά χρόνια αργότερα το απέκτησα σε CD! Η ουσία όμως ήταν τα live - καθώς οι μουσικοί ξεθάρρευαν, έπαιζαν και μάθαιναν. Θυμάμαι τον Lambizzi, θυμάμαι τους Ούγγρους, θυμάμαι τα όμορφα βράδια στην πλατεία Ραγκαβά...
Θυμάμαι τις ποδαράτες επιστροφές μου από την Πλάκα στη Νέα Φιλαδέλφεια ανηφορίζοντας την Πατησίων γεμάτος με ήχους τζαζ. Δύο ή τρεις φορές εβδομαδιαίως, σαν άθλημα της ψυχής, του μυαλού, των ποδιών: τζαζ σωβέ!
Το πρώτο τεύχος του περιοδικού ΤΖΑΖ
Δεκέμβριο του 1977 κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του περιοδικού ΤΖΑΖ. Φτιαγμένο από μία παρέα με επικεφαλής (εκ των πραγμάτων) τον Σάκη Παπαδημητρίου - το όνομά του μου ήταν γνωστό από τα βιβλία του για την τζαζ, τα άρθρα του για την τζαζ στον Ήχο, τις εκπομπές του για την τζαζ στο ραδιόφωνο. Ταυτότητα του περιοδικού: publisher ο Κώστας Γιαννουλόπουλος, editor ο Σάκης Παπαδημητρίου, art director ο Δημήτρης Αρβανίτης. Επιτροπή περιοδικού εμφανίζονταν και ο Γιώργος Μπαράκος και ο Μίλτος Καρατζάς. Τα δέκα πρώτα τεύχη είχαν την ταυτότητα του Παπαδημητρίου στην ύλη και του Αρβανίτη στα γραφιστικά.
"Sphinx", λοιπόν, ο πρώτος δίσκος τζαζ από Έλληνες. Με στάνταρντς και συνθέσεις του Μάρκου Αλεξίου. Καλή και ζωντανή μουσική, αντέχει στον χρόνο και, σ' εμένα, δίνει το κλίμα στου Μπαράκου εκείνη την περίοδο.
Αν αυτό ακούγεται εννοιολογικό, υπάρχει και ένα actual ντοκουμέντο. Λέγεται "Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου" και είναι η ηχογράφηση που εγκαινιάζει χρονολογικά την ιστορία. 15 Απριλίου 1979 στο τζαζ κλαμπ του Μπαράκου, Σάκης Παπαδημητρίου πιάνο και Φλώρος Φλωρίδης κλαρίνο, σοπράνο και άλτο σαξόφωνο ηχογραφούν τη μουσική τους. Συμμετέχουμε αρκετοί - ανάμεσά τους και εγώ - ως χειροκροτητές! Ένα χρόνο μετά, κυκλοφορεί το διπλό άλμπουμ με τον παραπάνω τίτλο...
Γιώργος Μπαράκος
Αυτοσχεδιαζόμενη μουσική εναντίον τζαζ. Το νέο φρούτο που κυκλοφορεί στην πιάτσα. Οι τζαζίστες κρατούν μούτρα στους αυτοσχεδιαστές - και τους θάβουν εν τη απουσία τους! Κι εγώ, που ήδη από τα τέλη του 1978 έχω αρχίσει να ασκώ το χόμπι της τζαζ δημοσιογραφίας στον Ήχο με μεγάλη δόση ρομαντισμού, λέω δεν πειράζει, η τζαζ (στρέιτ ή αυτοσχεδιαζόμενη) είναι η κοινή μας υπόθεση: αν αναπτυχθεί η μουσική που αγαπάμε, δεν μπορεί, θα αναπτυχθούμε κι εμείς. Ηθικοπλαστικά, πρωτίστως...
Ανάμεσα σε σπουδές πολυτεχνείου, δουλειά για χαρτζιλίκι και δίσκους, κείμενα για τον Ήχο, εξασκώ αδιαλείπτως το άθλημα της...Μπαρακοδρομίας! Το περιοδικό ΤΖΑΖ τον χειμώνα κάνει το πρώτο του φεστιβάλ. Λέγεται Praxis Jazz '80. Ακολουθoύν οι μεγάλοι σεισμοί των Αλκυονίδων νήσων...
Η τζαζ ταρακουνήθηκε. Θυμάμαι, μέσα στις μετασεισμικές δονήσεις, να αγοράζω έναν υπέροχο δίσκο ελληνικής τζαζ που μόλις είχε κυκλοφορήσει. "Χωρίς Σύνορα", με τον Κυριάκο Σφέτσα και την Greek Fusion Orchestra, από την (τότε) Columbia / EMI. Θυμάμαι, επίσης, στο κατάμεστο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, να παρακολουθώ τις εκδηλώσεις "40 Χρόνια Τζαζ" υπό την εποπτεία και διοργάνωση του Μίμη Πλέσσα...
Και τα δύο παραπάνω γεγονότα κατακρίθηκαν από τους ειδικούς - και μη - σχολιαστές της εποχής. Τον δίσκο του Σφέτσα τον βρήκαν μηχανικό και χωρίς δημιουργικό βάθος, τις συναυλίες του Πλέσσα αρπακολατζήδικες και ύποπτες.
Κυριάκος Σφέτσας
Ψύχραιμα, ο δίσκος του Σφέτσα αποτέλεσε ένα γεγονός εκείνης της περιόδου όχι μόνο για το fusion της παραδοσιακής μας μουσικής με τη τζαζική αυτοσχεδιαστική και συνθετική τεχνοτροπία αλλά και γιατί ήταν η συνέχεια μιας δουλειάς που είχε ξεκινήσει ο Σφέτσας στη ραδιοφωνία πριν μερικά χρόνια με το ensemble του δευτέρου προγράμματος. Και τα 40 Χρόνια Τζαζ του Πλέσσα μπορεί να μην ήταν το αριστούργημα, όμως έδιναν ένα σύνδεσμο με το τζαζικό παρελθόν - και μας έδιναν την ευκαιρία να γνωρίσουμε κάποιους μουσικούς αξιόλογους: ο σαξοφωνίστας Άρης Καραντάνης π.χ. - και βέβαια ο πιανίστας Μανώλης Μικέλης, μία από τις πιο αγνοημένες φυσιογνωμίες. Αγνοημένος από την ιστορία και τα δρώμενα...
Το περιοδικό ΤΖΑΖ διασπάται. Όλοι της ομάδος αποχωρούν και το αφήνουν στον Γιαννουλόπουλο. Ο Παπαδημητρίου βγάζει το περιοδικό ΣΥΝ ΚΑΙ ΠΛΗΝ, θεσσαλονικιώτικο βασικά έντυπο που βγάζει τέσσερα τεύχη. Θαυμάσιο αλλά σύντομο. Και το Τζαζ του Γιαννουλόπουλου - πια - είχε σχεδόν αντίστοιχη ζωή... Παρεμπιπτόντως, τελείωσε με δικό μου κείμενο!
Η τζαζ έχει σχέση με την κουλτούρα. Αυτή είναι η κοινή πεποίθηση της εποχής - που κρατά και ως τις μέρες μας. Και μπορεί μεν μέσα στους κύκλους της τζαζ να υπάρχουν καλλιεργημένοι άνθρωποι, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η μουσική είναι για πολύπλευρες και πολυμεταβλητές συζητήσεις και αναλύσεις. Στη βάση της η τζαζ είναι λαϊκή και ποπ - το κριτήριο είναι αν αρέσει ή δεν αρέσει ο ήχος της. Η γνώση είναι άλλο θέμα - και ποικίλει ανάλογα με την ενασχόληση και την εμβάθυνση στο αντικείμενο.
Παρόλα αυτά, οι ασχολούμενοι με την τζαζ εκείνη την εποχή την είχαν δει κάπως: συμπλήρωμα διανοητικών ανησυχιών! Το σίγουρο είναι ότι κανείς από αυτούς που έγραφαν για τζαζ δεν θα έβγαζε λεφτά από αυτή την υπόθεση. Όσοι, ως μειράκια, την είδαν δημοσιογραφικά με τη τζαζ είδαν ότι δεν θα τους κολλούσαν τα ένσημα και...ejassan! Για άλλους τόπους, χλοερούς! Έμεινα μόνος στο μετερίζι - στον Ήχο...
Δισκογραφικά όμως: τι άλλο καλό εκείνη την περίοδο; Οι συνεργασίες του Τρανταλλίδη με τους Ούγγρους, οι συμπαθητικές "Φυλλωσιές" του Ζαφειρέλλη - που έμπαζαν στη σκηνή και νεώτερα παιδιά όπως ο Ανδρέας Γεωργίου - ο σόλο δίσκος του Μηνά Αλεξιάδη. Ο πρώτος δίσκος του Παπαδημητρίου στην αγγλική Leo Records...
Γιώργος Τρανταλίδης
Τον ακούσαμε πρώτη φορά ένα μεσημέρι στου Μπαράκου. Ντάλα μεσημέρι. Είχαμε μαζευτεί εκεί μουσικοί, δημοσιογράφοι, διοργανωτές, παράγοντες, ενδιαφερόμενοι… Στόχος μας: να φτιάξουμε τον Ελληνικό Σύνδεσμο Τζαζ και Αυτοσχεδιαζόμενης Μουσικής. Να πάμε τη μουσική που γουστάραμε παραπέρα. Να την βγάλουμε στην κοινωνία. Να την περπατήσουμε... Αρχίζω να κουράζομαι. Όσο είδατε εσείς σύνδεσμο είδαμε και εμείς. Και κάτι λεφτουδάκια από το φοιτητικό μας υστέρημα ούτε αυτά τα είδαμε να πιάνουν τόπο. Χαλάλι, για την ιδέα...
Η ουσία ήταν οι διάφορες καχυποψίες. Ποιος θα ανέβει, ποιος θα κατέβει, ποιος θα φτιάξει ίματζ, ποιος θα το χαλάσει, ποιος θα τα πάρει, ποιος θα τα δώσει, ποιος θα τα ρίξει, ποιος θα τα χώσει... Α! Ξέχασα να πω ότι περνάγαμε και προοδευτική περίοδο. ΠΑΣΟΚ και άλλα συναφή... Κατά τα άλλα, κίνηση υπάρχει. Δίσκοι έρχονται, βιβλία κυκλοφορούν, συναυλίες γίνονται, το φεστιβάλ Praxis με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Γιαννουλόπουλο και συμπράξεις διαφόρων φορέων μπαίνει σε μια σειρά. Όμως, κάποια ζοφερή στιγμή, το τζαζ κλαμπ του Μπαράκου παύει να υπάρχει. Ανάπλαση και αναδιάρθρωση της Πλάκας, σχέδιο Τρίτση και Μελίνας. Όσο κι αν οι νεκροί δικαιώνονται, οι μορφές αυτές θα μείνουν αιώνια χρεωμένες με το έγκλημα. Τα μόνα μαγαζιά που έκλεισαν στην Πλάκα εκείνη την περίοδο ήταν του Μπαράκου και το διπλανό τραβεστάδικο με τις υπέροχες - χάρμα οφθαλμών και μόνο - γκόμενες...
Ψιλοσπάζομαι γενικώς. Μπαίνει και το 1984. Τελειώνει η αναβολή μου - πρέπει να πάω φαντάρος. Δεν μπορώ να το παίξω κάπως - εξάλλου με ενδιαφέρει να μάθω τα όπλα. 12 Απριλίου παρουσιάζομαι στο Μεγάλο Πεύκο. Μερικές μέρες πιο πριν, βλέπω τον Σάκη Παπαδημητρίου και τον Andre Jaume στις πολυεκδηλώσεις "Δρόμοι '84" του Υπουργείου και της Νέας Γενιάς...
Στη διάρκεια της θητείας μου τα παρακολουθώ όλα από απόσταση. Γίνονται πολλά, βγαίνουν πολλά, ψήνονται πολλά. Δεν πηγαίνω σε τίποτα όμως. Τις άδειες μου (κανονικές ή μικράς διαρκείας) τις αφιερώνω στα σπορ.
Αρχές του '86 απόλυση και επιστροφή. Ξανά στον αγώνα. Βγαίνουν ωραία δισκάκια: οι A Priori, ο δεύτερος του Σάκη στη Leo, ο δίσκος της Λητώς Βογιατζόγλου. Υπάρχουν οι Iskra, ο Βαγγέλης Κατσούλης με τα ωραία του, ο Τρανταλίδης ψιλοτακιμιάζει με τον Κόρο. Ένα ethnic στοιχείο είναι παρόν - είναι και τα δικά μας τραγούδια από τα προηγούμενα χρόνια: Άκης Πάνου, Σαββόπουλος, Ξυδάκης, Ρασούλης, Παπάζογλου, Οπισθοδρομική και Ελευθερία, Χειμερινοί - η άλλη πλευρά του εαυτού μας, ή μήπως αυτή;
Η ίδια η τζαζ, διεθνώς, είναι πιο μεγάλη - σε έκταση, όχι αναγκαστικά σε βαρύτητα. Μπαίνουν μέσα της τα πάντα. Εδώ, προσπαθούμε να κάνουμε ότι καλύτερο γίνεται, όσο καλύτερα γίνεται. Το ατύχημα είναι ότι δεν καταλαβαίνουμε και πολλά. Ο τζάζμαν - ο μουσικός και ο φίλαθλος - είναι εκ φύσεως επηρμένο άτομο. Η δυσκολία της μουσικής που παίζει ή ακούει τον τοποθετεί κάπως παραπάνω από τον μέσο όρο. Εύκολα μπορεί να καβαλήσει και το καλάμι - οριζοντίως ή καθέτως ανάλογα με τα γούστα.
Στην Ελλάδα όμως, μια και ζούμε τη διαστροφή της κοινωνίας, γίνεται κανόνας η αίσθηση υπεροχής να μετατρέπεται σε μιζέρια (π.χ. η ομάδα μου, ο Θρύλος). Είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να πάει περίπατο η συγκίνηση, να απογυμνώνεται η μουσική από παραστάσεις και ποιότητες, να γίνεται αναπαραγωγή της φόρμας και εκμάθηση των επαναληπτικών δομών. Φταίει η τζαζ που δεν είναι πια ο ήχος της έκπληξης; Όχι, φταίνε οι τζάζμεν που δεν μπορούν να δουν πέρα από τη μύτη τους. Φταίνε αυτοί που δεν μπορούν να δουν ότι η τζαζ, και μετά τον Coltrane, έχει τρόπους να προχωρεί στην υπέρβαση...
Θα τους αφήσουμε να αναρωτιούνται τι σχέση έχει η Diamanda Galas με την ελληνική δισκογραφία. Θα μπορούσαμε να τους απαντήσουμε ότι η Diamanda είναι πιο Ελλάδα από την Ελλάδα, πιο τζαζ από τη τζαζ. Δεν θα το καταλάβαιναν όμως και αυτό θα με στενοχωρούσε. Προσωπικά, πλέον. Έτσι, συνεχίζουμε...
Γιώργος Χαρωνίτης
